Ένα μεγάλο μαύρο πλοίο διασχίζει μια θάλασσα αναμνήσεων. Μια θάλασσα αναμνήσεων... Σχίζει τα νερά με τον όγκο του αφήνοντας πίσω τα χνάρια του, που μέσα σε κλάσματα στιγμών χάνονται για πάντα. Τα πάντα τα αφήνει πίσω του... Σχίζονται τα σκοτεινά νερά και χαοτικά ολόλευκα σχήματα στροβιλισμών αναδύονται, ζωγραφίζοντας την λεία επιφάνεια που δεν αντανακλά τίποτα.
Από κάτω τεράστιοι, αιώνιοι όγκοι νερού. Χώροι όπου η ζωή καταλαμβάνει ελάχιστο τμήμα τους. Παγωμένο νερό, αφιλόξενο, καταστροφικό και θανατηφόρο για όποιον βυθιστεί μέσα του. Ό,τι κι αν συμβεί στην επιφάνεια ελάχιστα επηρεάζει τη συσσωρευμένη ενέργεια και τις φονικές ουσίες που έχουν συσσωρευτεί.. Και στο βάθος, αν κάποιος κατάφερνε να φτάσει, τι υπάρχει;
Καμινάδες που ελευθερώνουν δηλητηριώδη αέρια και μόνο ελάχιστα όντα θα μπορούσαν να επιβιώσουν εκεί. ΄Όντα που εκεί βρίσκουν το μόνο καταφύγιό τους. Κοράλλια, που όμως δε ζουν για πολύ και πρέπει κάποιος να είναι τυχερός για να τα βρει ζωντανά. Να αιωρηθεί δίπλα τους. Να απολαύσει τα χρώματα. Να χαθεί στις πτυχές τους. Να βρει τη ζωή να ξεχειλίζει. Και πρέπει να είναι τυχερός για να γίνει αποδεκτός εκεί και να αντέξει παραμένοντας ζωντανός. Να μη απορροφηθεί από τις εικόνες, αφήνοντας τους πνεύμονές του να γεμίσουν νερό, αφήνοντας την τελευταία του πνοή αντικρίζοντας μία καινούρια λεπτομέρεια που μέχρι τότε δεν είχε διακρίνει. Αλλά ούτε και να χρειαστεί να βγει πανικόβλητος στην επιφάνεια για να πάρει οξυγόνο, ξέροντας πως θα συνεχίσει να ζει, αλλά εξοστρακισμένος από αυτή την ομορφιά για πάντα.
Μπορεί κάποιος να έχει υπομονή να περιμένει να κατακαθίσει η άμμος που θολώνει το υγρό ώστε να αντικρίσει όλη αυτή την ποικιλομορφία; Μπορεί να έχει το πείσμα να καταδυθεί σε αυτό το βάθος; Και μπορεί σε όντα ανοίκεια, περίεργα, καχύποπτα να δει μέσα τους ομορφιά; Όντα που για να επιβιώσουν ανέπτυξαν ιδιότητες, συνήθειες, μορφές που μοιάζουν σαν να μην ανήκουν πουθενά. Μορφές ζωής που κατοικούν στα βάθη των ψυχών μας.
Και το πλοίο; Σκοτεινό. Τυλιγμένο σε μια απόκοσμη ομίχλη, πλημμυρισμένη με σπίθες που αιωρούνται και προσπαθούν ακατάπαυστα να εκτιναχτούν. Σπίθες ενέργειας και ονείρων, παγιδευμένες και εγκλωβισμένες. Ομιχλώδες, συνεχίζει την πορεία του. Ασταμάτητα. Αγνοώντας τι βρίσκεται κάτω από το κύτος του; Ίσως. Ξεχνώντας τι άφησε πίσω του; Μπορεί να το θέλει. Αλλά οι δίνες του νερού που αποχαιρέτησε, και άφησε να καταποντιστούν σε βάθη που δε μπορεί να της διακρίνει πια, μεταδίδουν από σταγόνα σε σταγόνα το παρελθόν του σε όλη την έκταση των υδάτων και σε όλη την επιφάνεια. Και όποια στιγμή βγεις στο κατάστρωμα, σιωπήσεις και δεις τα λίγα άστρα που διακρίνονται μέσα από το σύννεφο ομίχλης που ακολουθεί το πλοίο, θα ακούσεις μνήμες. Θα γευτείς, θα ακούσεις φωνές. Θα κλείσεις τα μάτια και θα αντικρίσεις εικόνες, πρόσωπα, αισθήματα. Θα νιώσεις δάκρυα στα μάγουλά σου, χαμόγελα στην ψυχή σου, χάδια στα μαλλιά σου, την απαλή υφή μιας μπούκλας στα δάχτυλά σου, τη λάμψη ενός βλέμματος στη μνήμη σου. Και πανικόβλητος θα αναζητήσεις την ύπαρξη άλλων ανθρώπων ζωντανών, με ξένες μνήμες και αισθήματα για να ξεχάσεις τα δικά σου, και οι μνήμες της θάλασσας να μη σε κυριεύσουν. Να μη σε κάνουν ο μνήμες σου να βυθιστείς στα νερά της θάλασσάς σου για να μείνεις για πάντα εκεί. Να μη σε εκμηδενίσουν οι μνήμες σου και δεν απομείνεις παρά ένα ναυάγιο, νεκρό, σάπιο, ακινητοποιημένο στην άμμο του βυθού για πάντα. Ένα ναυάγιο που για κάποιον μπορεί κάποιο αντικείμενο μέσα του να έχει αξία, αλλά στην ουσία δεν είναι τίποτε άλλο από ένα τσόφλι, μεταλλικό, άκαμπτο σφηνωμένο στην άμμο. Γιατί το πλοίο και ο επιβάτης του είσαι εσύ. Και κάποιο πλοίο και κάποια άλλη θάλασσα είμαι εγώ, και κάποιες άλλες πιο βαθιές ή πιο ρηχές είναι ο καθένας. Μόνος στο κατάστρωμα κάτω από τα μακρινά άστρα. Φοβισμένος πάνω από τα παγωμένα νερά. Επιπλέοντας, μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος, σε ένα δισδιάστατο παρόν, μια αβαθή επιφάνεια.
Και πού πηγαίνεις; Τι ελπίζεις; Προχωράς κυνηγημένος από τα κύματα της ίδιας σου της ζωής; Φοβισμένος από τις πίκρες σου; Από τις μνήμες σου; Προχωράς για να γλιτώσεις ή να λυτρωθείς; Από το παρελθόν δε γλιτώνεις. Το ξέρεις πως σε περιβάλλει από παντού. Πάνω του επιπλέεις. Χωρίς αυτό δε θα υπήρχε διαδρομή. Δε θα υπήρχε ταξίδι. Δε θα υπήρχε μέλλον. Χωρίς τη θάλασσα, θα υπήρχε μόνο ένα κύτος γερμένο και ακουμπισμένο, ακίνητο στη άμμο. Σε μια άμμο λεπτή σα σκόνη, να θυμίζει με κάθε κόκκο της, πως όσο κι αν κυλά ο χρόνος θα παραμένει εκεί ανέλπιδο.
Ελπίζεις όμως πως θα λυτρωθείς. Πως σε αυτή την έρημη, λεία επιφάνεια θα συναντήσεις και άλλα πλοία να ταξιδέψετε μαζί. Όχι να προσπεράσετε το ένα το άλλο. Να συνεχίσετε μαζί. Θα συναντήσεις έναν επιβάτη να φτιάξετε νέο πλοίο και να γνωρίσετε νέα μέρη ενώνοντας τις θάλασσές σας. Και όσο απογοητεύεσαι οι φωνές από τις μνήμες σου γίνονται πιο δυνατές, τα δάκρυα πιο συχνά στα μάγουλά σου. Και οι σπίθες παραμένουν στην ομίχλη με την ενέργειά να συσσωρεύεται ανεκμετάλλευτη, άσκοπη.
_______________
Ημερολόγιο πλοίου
_______________
“Τι έχω; Ώρες-ώρες νιώθω σαν να μη ζω, να μην υπάρχω. Να περιμένω κάτι που δε θα ‘ρθει ποτέ. Βοήθησέ με. Δε ξέρω τι θέλω για να νιώσω χαρά. Η χαρά κυλάει σαν άμμος ανάμεσα από τα δάχτυλά μου. Τα όνειρά μου παγώνουν και γίνονται ακίνητες, μαρμάρινες στήλες που με κοιτούν με πίκρα με το νεκρό τελευταίο βλέμμα τους. Αγάλματα μαρμάρινα που περιμένουν τη ζωή ξανά, κλεισμένα σε μέρη που τα φυλάκισα εγώ, χωρίς να ξέρω το λόγο, και δε θυμάμαι πια πώς να τα ελευθερώσω. Πόσα νεκρά όνειρα και ιδέες κουβαλάω μέσα μου. Ένα τεράστιο νεκροταφείο ενέργειας, ζωής. Πόσα έμβρυα ιδεών ζαρωμένα αιωρούνται στο κενό;
Θα μου λείψει άραγε ποτέ ο εαυτός μου; Έχω περάσει τόσο καιρό μαζί του. Έχουμε ζήσει σε τόσους κόσμους μαζί που πια δεν αντέχω να είμαι μόνο μαζί του. Τον φοβάμαι. Και όλοι με αφήνουν μόνη. Να σκοτώνω τα όνειρά μου και τις ιδέες μου και να τους περιμένω για να ζήσω. Να τον ακούω συνέχεια να μου λέει: « Άκου τις κραυγές των ονείρων σου. Είναι οι δικές σου κραυγές στον εαυτό σου. Κλείσε τα μάτια σου και βυθίσου μέσα σου και αφουγκράσου. Ακολούθησε το λαβύρινθο των σπλάχνων σου και εντόπισε το όνειρά σου. Βγάλε τα στο φως και άστα ελεύθερα να ζώσουν μαζί σου. Ζήσε. Άσε τις σπίθες της ομίχλης σου να ελευθερωθούν. Να μην ανήκουν πια μόνο σε σένα αλλά να ενωθούν με των άλλων, να γίνουν άστρα.»”
______________
Ένα μπουκάλι πέφτει από το πλοίο.. Επιπλέει και περιπλανιέται στην επιφάνεια. Φορέας ενός γράμματος με απελπισμένες κραυγές βοήθειας. Τα γράμματα αχνοφαίνονται πράσινα μέσα από το σμαραγδένιο γυαλί. Γυαλιστερά από τις αντανακλάσεις του γυαλιού και τα νωπά δάκρια που μορφοποιήθηκαν σε λέξεις- σύμβολα. Θα βρεθεί ποτέ σε άλλα χέρια ή θα βυθιστεί σε κάποιο συρτάρι αναμνήσεων για να συναντήσει και άλλα γράμματα του παρελθόντος ξεχασμένα πια, ανούσια, με στεγνά πια τα δάκρια που περιείχαν, αλλά όχι και με τις πληγές του κόκκινου μελανιού τους επουλωμένες.
Θα το αφήσουν τα κύματα να απομακρυνθεί, θα το ωθήσουν να φτάσει στον προορισμό του; Θα το καταποντίσουν στο βυθό; Θα το συγκρατήσουν εκεί κοντά –όπως η ομίχλη που ακολουθεί το πλοίο- να είναι απλώς μια συνοδεία, κάτι μόνο δικό του, άγνωστο στους υπόλοιπους; Οι βουλές των αναμνήσεων είναι οι πιο ισχυρές. Εκείνες θα αποφασίσουν. Θα παρακολουθήσουμε την πορεία του σα θεατές. Τη πορεία μιας φωνής, μιας κραυγής που εκλιπαρεί για ζωή. Που αναζητά την ύπαρξη της ζωής άλλων για να επιβεβαιώσει έτσι τη δική του.
“ φυλαγμένο στα σπλάχνα μου
Νερό της παραφροσύνης
Πηκτό πανάρχαιο
Τρικυμιάζει
Σωπαίνει
Οδύρεται
Ζητά ανέλπιδο
Ψυχές στην έρημο
Χείλη ολόστεγνα
Χώμα ξερό ανέραστο
Να το δροσίσει”
Αγγέλακας
“Δε ξεσηκώνομαι, δε ψάχνω, δε ξεσπάω
Δε προχωράω πίσω ή μπροστά
Κι όλα αυτά που θέλω να αγαπάω
Δεν μ’ ανατριχιάζουν πια.
Γύρω μου οι σκιές έχουν παγώσει
Κι έχω μείνει με το χέρι απλωμένο
Τι ήθελα να κάνω έχω ξεχάσει
Θα περιμένω ώσπου να θυμηθώ, θα περιμένω
Δεν απορώ ούτε καταλαβαίνω
Πώς συνεχίζω να υπάρχω μ’ όλα αυτά
Θέλω να βγω από δω μέσα κι όμως μένω
Σε μια ομίχλη που ναρκώνει την καρδιά
Γύρω μου το τζάμι έχει σπάσει
Κι έχω μείνει με το βλέμμα καρφωμένο
Τι ήθελα να δω έχω ξεχάσει
Θα περιμένω ώσπου να θυμηθώ, θα περιμένω”
Αγγέλακας
“Θέλεις να πατάς σταθερά
Σ’ αρέσουν οι ρηχές θάλασσες
Σ’ αρέσει να γυρνάς τον κόσμο
Αλλά πάντα στα ρηχά
Εμένα μ’ αρέσουν οι βαθιές θάλασσες
Κι ας μη γυρνώ τον κόσμο
Κι ας με νομίζεις κολλημένο
στο ίδιο αυτό σημείο.
Δεν υπάρχει σύμπαν
Υπάρχουν μόνο στιγμές
Συμπαντικές στιγμές
Αν φτάσεις στην ακινησία
Μπορείς παντού να ταξιδέψεις
Γι’ αυτό το ξέχασες που σου ‘λεγα
Μωρό μου εκείνο το πρωινό
Δίπλα στη σκάλα. Πως η ζωή
κι ο θάνατος δεν είναι θέμα περιβάλλοντος.
Είναι θέμα αντοχής στην ίδια γραμμή πλεύσης.
Εγώ δε χρειάζομαι τον κόσμο
Κακώς έχεις νομίσει
Για μένα δεν υπάρχει κόσμος
Χρειάζομαι απλά να δημιουργώ κόσμους”
Άσιμος
Και μήνες μετά με μια πορεία χωρίς ίχνη, σταδιακά η μαύρη νύχτα άρχισε να ραγίζει. Σαν μαύρα πέπλα σχισμένα, κρέμεται από αχνές ακτίνες φωτός. Σάβανα ριγμένα, λιωμένα παρασύρονται από τον άνεμο. Θυμάσαι το κοράκια στο σταθμό του τρένου εκείνο το σούρουπο της αναμονής; Άρχισαν να πετάνε μακριά, να συνεχίσουν το κυκλικό ταξίδι τους για να είναι το επόμενο σούρουπο ξανά εκεί. Όταν ο χειμώνας θα ‘ρθει και το καλοκαίρι θα ‘χει πια τελειώσει. Προς τα παρόν η ατέλειωτη νύχτα του χειμώνα τέλειωσε. Και ένα καλοκαίρι λαμπερό είναι έτοιμο να αρχίσει. Αναμονή… Το μπουκάλι χάθηκε στα κύματα. Εξαφανίστηκε στο σκοτάδι που περικύκλωνε τα πάντα. Δεν είναι όμως πάντα ανάγκη όμως να έχεις ένα χαρτί στο χέρι σου για να αντιληφθείς τα συναισθήματα των άλλων. Οι φωνές ταξιδεύουν πιο μακριά από τα μπουκάλια. Οι αγκαλιές ζεσταίνουν πιο πολύ από μερικά σύμβολα. Και τα δάκρια αντί να τα αισθάνεσαι στα μάγουλά σου μπορεί να τα αισθανθεί κάποιος άλλος στο σώμα του καθώς στηρίζει το απελπισμένο βάρος σου στην αγκαλιά του.
Μια νύχτα, με άστρα-φώτα να απλώνονται στη σκοτεινή πολιτεία που βρίσκεται κάτω από το βλέμμα σου και να ενώνονται με αυτά που αχνοφέγγουν ψηλά στον ουρανό. Μια πολιτεία, που δε διακρίνεται και πιθανότατα δεν υπάρχει. Δε διακρίνεται γιατί τα φώτα της δεν είναι παρά η αντανάκλαση των άστρων σε μια παγωμένη, επίπεδη, μαύρη, υγρή επιφάνεια. Την επιφάνεια της θάλασσας. Αυτή τη νύχτα η φωνή ταξίδεψε μακριά. Διέσχισε την ομίχλη και έφτασε σε κάποιο άλλο πλοίο, σε κάποια ίσως στεριά, σε κάποιο ναυαγό πεσμένο στην αμμουδιά, σε κάποιο περιπλανώμενο ακουμπισμένο στη δική του κουπαστή, σε κάποιο μυθικό ον στον αέρα ή στα σκοτεινά βάθη κάποιας θάλασσας.
Έτσι, μες στη θολή πια νύχτα, κάποιος σκαρφάλωσε από τη θάλασσα στο κατάστρωμα του πλοίου. Ρυάκια άφηναν υγρά ίχνη στο διάβα του. Η ενέργεια της ομίχλης αντανακλούσε στην υγρή επιφάνεια του δέρματός του. Και αφού βρέθηκε μια αγκαλιά να αφήσεις κάποια δάκρια μνήμης, δύο χέρια να σε βοηθήσουν με το βάρος παλιών πόνων, ατενίσατε την φωτεινή ανύπαρκτη πολιτεία, ταξιδέψατε νοητά μακριά της, απομακρυνθήκατε από αυτόν τον κόσμο και επιστρέψατε ξανά. Και το ον με έναν παφλασμό ξαναβούτηξε στην θάλασσα και κολύμπησε πίσω από εκεί που είχε έρθει.
Άρα υπάρχει κι άλλη ζωή εκεί έξω! Αν το πλοίο συνεχίσει το ταξίδι του κάποια στιγμή θα τη συναντήσει. Αν ακολουθήσει τα κύματα θα βρει κάτι. Αλλά τι; Τι ήταν το ον που ήρθε; Το φως της μέρας, που σύντομα θα ξεκινήσει, κάποια στιγμή θα αποκαλύψει τα χαρακτηριστικά του όντος πίσω από τη λάμψη των αντανακλάσεων του φωτός στο δέρμα του. Θα αποκαλύψει τη ψυχή κάτω από το διάφανο δέρμα να λάμπει (ή να τρεμοσβήνει ίσως) στα σπλάχνα του, τρέφοντας όνειρα και ιδέες. Θα υπάρχουν όμως και άλλες σκέψεις να ειπωθούν, όνειρα να μοιραστούν, ζωές να υλοποιηθούν;
Ξανάρθε. Κάτω από ένα γαλακτερό φως σαν της πανσελήνου. Με οδήγησε σε μια σπηλιά υγρή, παγωμένη. Γεμάτη μικροσκοπική, αόρατη ζωή. Ίχνη ανθρώπων ξεχασμένων ήταν σκαμμένα στην πέτρα, αλλά έξω.. Κανένας άνθρωπος. Μόνο γρύλοι, δέντρα και ζεστή γη. Ηρεμία. Αρμονία. Και έφυγε ξανά όταν με ξαναπήγε στο πλοίο μου. Και με αποχαιρέτησε οριστικά, κι ας μην άκουσα το αντίο.
Δεν αντέχω την ευτυχία με διαλείμματα Θέλω τη συνέχεια.
__________
Ημερολόγιο πλοίου
__________
Απουσία 1
Νιώθω την ανάσα σου
να χαϊδεύει τον ώμο μου
και ονειρεύομαι να γυρίσω
να βυθιστώ στο βλέμμα σου
Μα στρέφω το κεφάλι μου
να σε ονειρευτώ
και δεν είναι κανένας εκεί.
Μόνο ο αγέρας
που ταξιδεύει
και διαπερνάει
το άυλο κορμί μου.
Απουσία 2
Σε νιώθω
στην αγκαλιά μου
και η θέρμη σου
κάνει την ατμόσφαιρα κολλώδη.
Μα σφίγγω το σώμα μου
να βυθιστώ στην άχρονη άμμο σου
και σα φυσαλίδα συνθλίβεσαι.
Μόνο τα μέλη μου αγγίζω
από διάφανη σάρκα
που μέσα τις αχνοφέγγουν
οι αναμνήσεις μου
__________________
Το πλάσμα έφυγε. Λέει για λίγο. Φοβάμαι για πολύ. Κάνει κρύο ή η ψυχή μου πάγωσε; Μουδιάζω από τον πόνο της καρδιάς μου ή σβήνει η ενέργεια της ομίχλης; Ονειρεμένος θάνατος στα παγωμένα νερά [ενός ποταμού]. Οι αισθήσεις σβήνουν σιγά σιγά και αφήνεσαι στην ανυπαρξία. Κάποιοι πιστεύουν ότι όταν πεθαίνεις στο νερό η ψυχή σου μένει μέσα του ως ενέργεια. Γιατί το νερό έχει μνήμη… Ονειρεμένος θάνατος, γιατί γίνεσαι ένα με τη φύση. Και συνειδητοποιημένος γιατί ακόμα κι αν αποφασίσεις να αλλάξεις γνώμη δεν έχεις τη σωματική δύναμη και γύρω σου δεν είναι κανείς να σε ζεστάνει, να σε τραβήξει έξω. Δεν έχω βρει όμως το [ποτάμι] νερό των ονείρων μου στο ποίο θα πάω βαδίζοντας ευτυχισμένη από το πολύχρωμα, γαλήνιο, μοναχικό καταφύγιό μου στο βουνό. Αξίζει λοιπόν να παλέψω το κρύο, να ζήσω, ακόμα κι αν ο στόχος είναι να βρω το ποτάμι μου.. Κι εσύ που πίνεις νερό από όλα τα ποτάμια, που βουτάς μέσα τους, αν ισχύει αυτό με την ψυχή μπορεί να δροσιστείς από το ‘φιλί’ μου, να σε αγκαλιάσω ξανά. Ακόμα κι αν χυθώ με το ποτάμι στη θάλασσα, απλώς θα γυρίσω στις μνήμες μου. Μη σταματήσεις να αγαπάς τα ποτάμια.
Ό,τι αγαπάς πιο πολύ, αυτό σε σκοτώνει. Πέρσι το Καλοκαίρι η Περσεφόνη έφαγε το ρόδι.. Τροφή νεκρών, τη πάγωσε, τη σκότωσε, τη φυλάκισε να μείνει εκεί και να μη φύγει μακριά του. Σταδιακά ξαναπόκτησε πνοή. Ψήγματα ζωής αιφνιδιαστικά σκίρτησαν στη ψυχή της και αποφάσισαν να ενωθούνε και να μην την αφήσουν να λιώσει τελείως. Κομμάτια ψυχής, κατακερματισμένης και συνθλιμμένης, αποφάσισαν να σχηματίσουν πυρήνες όπου συναντιόντουσαν, για να δώσουν σ’ αυτό το κέλυφος ξανά ζωή. Τα σπόρια όμως θα είναι πάντα εντός της, θάνατος θα είναι πάντα εκεί, μπλεγμένα ανάμεσα στα επανακολλημένα κομμάτια της. Και κάθε χρόνο ο κάτω κόσμος θα την καλεί και θα την περιμένει..
___________
Ημερολόγιο πλοίου
___________
****
Νιώθω την ανάμνηση σου να ταξιδεύει στα αλλοιωμένα σπλάχνα μου και να τα γδέρνει γεμίζοντάς τα μικρές οπές που αιμορραγούν.. Και ξέρω ότι το επόμενο πρωί, αν θα ξυπνήσω, θα δω τα ρούχα μου κόκκινα, βαμμένα με το αίμα μου. Θα δω το σώμα μου να αιμορραγεί νομίζοντας αφελώς ότι το νεκρό αίμα μπορεί να παρασύρει και να διώξει από μέσα μου όλες τις σκέψεις που με παγιδεύουν και που μου προκαλούν πόνο.. Κουράστηκα να βλέπω, πίσω από τα κλειστά βλέφαρά μου, τα χέρια μου καλυμμένα από το αίμα μου που στάζει στο χώμα. Να αφήνει υγρά χνάρια και να λιμνάζει αντανακλώντας την θλίψη που διαγράφεται στα μάτια μου..
Λες και μόνο το αίμα από τα χέρια μου, ζωντανό και ζεστό, μπορεί να διώξει (όχι τη σωματική αλλοίωση, αλλά την ψυχική αλλοίωση και κατά συνέπεια:) τον ψυχικό πόνο.. Έτσι δεν κάνουμε και όταν μας δαγκώσει ένα φίδι; Δεν κάνουμε μια μικρή τομή στο σημείο που μας δάγκωσε για να χυθεί το μολυσμένο αίμα, να αποβάλουμε το δηλητήριο και να επιζήσουμε; Και εγώ με αυτά τα χέρια.. άγγιξα τα βλέφαρά σου,
ξέσκισα την καρδιά μου για να μπεις μέσα, άνοιγα δίοδο στην ψυχή σου προσπαθώντας να περιπλανηθώ μέσα της, ψηλαφούσα στο σκοτάδι σου για να μη χαθώ, ήθελα να σε αγκαλιάσω σαν να ήσουν παιδί όταν φοβόσουν, (αλλά κρατήθηκα γιατί ήσουν ενήλικας -και γιατί τότε θα έπρεπε να παραδεχτώ ότι είμαι και εγώ παιδί και να αφεθώ σε οτιδήποτε με καλούσε, ακόμα κι αν οδηγιόμουν στο χαμό μου, ακόμα κι αν ξεκλείδωνε τους φόβους μου που με κυνηγούσαν ακόμα ανηλεώς)… Κατάλαβα πριν από ενάμιση χρόνια ότι ο μικρός πρίγκιπας ίσως δεν πήγε στον πλανήτη του (όπως νόμιζα τις αμέτρητες φορές που το είχα διαβάσει στο παρελθόν) αλλά μάλλον, μπορεί και να πέθανε.. Και τελικά επιβεβαιώθηκα. Όταν είσαι αφελής, παιδί, απλώς κάποιος θα έρθει και θα σε “σκοτώσει” ,αφού σε πείσει ότι έτσι θα επιστρέψεις σε όλα όσα νοσταλγείς από έναν άλλο πλανήτη, από μια άλλη ζωή σου, από ένα όνειρό σου..
Και δυστυχώς ούτε το αίμα, αλλά ούτε και τα δάκρυα μπορούν να αποβάλουν από μέσα μου τον πόνο. Δε μπορούν να παρασύρουν και να σβήσουν τις σκέψεις που από τον εγκέφαλό μου εφορμούν σε κάθε μου άρθρωση, σε κάθε μου μύα και με κάνουν να κουλουριάζομαι από την οδύνη (κρίμα, και τα μάτια είναι τόσο κοντά στο μυαλό που ήλπιζα ότι θα ήταν μια επιτυχής έξοδος των σκέψεων και των αναμνήσεων..). Και όσο κι αν κουλουριάζομαι κάτω από τα σκεπάσματα και βυθίζομαι στο σκοτάδι τους, (μία σφαίρα τυλιγμένη με υφάσματα στα πόδια του κρεβατιού) το σκοτάδι δε με παρηγορεί, δε μου φέρνει τη λήθη, δε σβήνει την πραγματικότητα.. Όσο ζεστά και αποπνικτικά κι αν είναι εκεί, όσο κι αν σιγά-σιγά η ανάσα γίνεται όλο και πιο ακατόρθωτη, δε μπορεί να με απαλλάξει από τον κόσμο που βρίσκεται στο φως, έξω από το παράθυρό μου.. Όσο δυνατά κι αν ουρλιάζω ούτε το στόμα μου έχει αποδειχθεί ακόμα η έξοδος για να σε βγάλω από μέσα μου...
Έτσι…
Συνεχίζουν να με καταδιώκουν
οι αναμνήσεις μου.
Κάθε βράδυ,
τα δευτερόλεπτα πριν κοιμηθώ,
εξακολουθούν να με μαχαιρώνουν πισώπλατα..
Βλέπω τη λάμψη της αιχμής του μαχαιριού,
νιώθω τον πόνο να εισχωρεί στη σάρκα μου,
αποκοιμιέμαι
και το πρωί ζω ακόμα.
Τη μέρα ο πόνος με ροκανίζει.
Πονάνε οι αρθρώσεις μου,
οι μύες, τα νεύρα του κορμιού μου
αλλά ζω.
Πεθαίνει η ψυχή μου,
πονάει η καρδιά μου
και ακόμα ζω.
Και ελπίζω ότι την επόμενη μέρα θα πονάω λιγότερο.
Αλλά μερικές επόμενες μέρες πονάω περισσότερο.
Και κατά βάθος φοβάμαι τη στιγμή που θα πάψω να πονάω.
Γιατί φοβάμαι ότι οτιδήποτε πονάει μέσα μου θα έχει πεθάνει,
και τι άραγε θα έχει απομείνει;
_____________
Κοίτα εαυτέ μου που τρέμεις από την απόγνωση. Που έχεις παγώσει ακινητοποιημένος από τον πόνο. Που βλέπεις το σώμα σου να σκίζεται και να αναβλύζουν αίμα και δάκρια. Κοίτα. Ένας χάρτης επιπλέει και περνάει κοντά από το πλοίο σου. Βουτώντας να τον πιάσεις, το κρύο νερό σε συνεφέρνει. Ο χάρτης είναι ήδη εγκλωβισμένος ανάμεσα στα δάχτυλά σου. Πώς βρέθηκε εκεί; Δεν είναι απλώς ένας χάρτης. Είναι στεριές γεμάτες προτάσεις για μελλοντικά σχέδια και πορίες. Πόση γη υπάρχει εκεί, έξω από τα όρια του πλοίου σου. Δε θες να τη δεις; Ονειρευόσουν να φυτέψεις κάποτε έναν κήπο δικό σου. Δικό σου δεν έχεις, αλλά αυτό σου δίνει απέραντες δυνατότητες και επιλογές. Το να μην έχεις τίποτα δικό σου, σου δίνει ελευθερία. Κι ο βυθός που έχεις τόσα χρόνια στη θάλασσά σου και ρίχνεις μόνο κλεφτές ματιές; Μπορείς να τον δεις αν αποφασίσεις να ασχοληθείς. Τέρμα η επιφάνεια με τις ανούσιες φωτεινές αντανακλάσεις της. Βυθός και γη. Τέρμα ο φόβος και η ψεύτικη ασφάλεια ενός πλοίου και μιας επιφάνειας. Αν συνεχίσεις να φοβάσαι θα πετρώσεις, θα νεκρωθείς. Η θάλασσά σου θα γίνει λάσπη, έλος από την ακινησία. Το πλοίο σου συντρίμμια χωρίς ομίχλη. Και όλα θα είναι νεκρά. Και η ψυχή σου μόνη της, αν καταφέρεις να βρεις και το ποτάμι- θα κελαρύζει και θα κυλά περιμένοντας. Μέχρι να εξατμιστεί και να πέσει σαν δάκρυ ξανά από τον ουρανό, σε κάποιο φύλλο, σε έναν ωκεανό, στη ζεστή γη, στο μάγουλο ενός παιδιού. Και στη χειρότερη περίπτωση στην άσφαλτο ή στο περιοριστικό τσιμέντο ενός σπιτιού.
__________
Ημερολόγιο πλοίου
__________
Στέκομαι στο σωρό με τα ξεραμένα μου φύλλα.
Σε αυτόν που, παιδικό καταφύγιο, πήγαινα μέσα να κρυφτώ
Σε αυτόν που, μόνη πια, ανέλπιδα
γυρνάω να νιώσω, να θυμηθώ.
Να τον ποτίσω με δάκρυά
Τον ξεραμένο σωρό.
Κρατώ-κοιτώ τα ξεραμένα φύλλα στα χέρια μου
να θρυμματίζονται σε άπειρα κομμάτια
που το καθένα άγνωστη ρότα ακολουθεί
απομακρυνόμενο στο άπειρο.
Για να καταφέρει κάποιο να βρει
τη ρότα που ακολούθησες εσύ.
Να βρει εσένα
και να σου φέρει το δάκρυ μου.
Αυτό το δάκρυ είναι το φιλί μου
ενώ σε ένα σωρό από ξερά φύλλα με μεταμορφώνει.
Δέξου αυτό το φιλί στα χείλη σου.
Τώρα που έμεινα μόνη.
Τώρα που πια δεν είμαι όνειρο μέσα στο όνειρό σου.
Τώρα που η μοναξιά κατατροπώνει.
Δέξου αυτό το φιλί
Τώρα που ξέρω πως εκείνη μου η ζωή
Δεν ήταν παρά ένα όνειρο
Μέσα στο όνειρό μου που λέγεται ΖΩΗ
Γιατί αυτή η σταγόνα που ένιωσες στα χείλη σου
δεν ήταν από τη βροχή
Ήταν το δάκρυ μου που έγινε φιλί.
___________
Όταν ξαναδώ το πλάσμα θέλω να έχει εικόνες να δει μέσα από τα μάτια μου. Ακόμα κι αν δε το ξαναδώ θέλω αντί για πόνο να έχω κρατήσει όνειρα, φως, ελπίδα, ελευθερία και από το αντίο του να έχω βρει τον εαυτό μου. Να αφήσω την ενέργεια να απλωθεί, όχι για να φτάσει το πλάσμα, αλλά για να έχω πια αρκετό φως να διακρίνω επιτέλους πια πορεία θα επιλέξω.
Περίεργος είναι ο χάρτης. Θολός, με τα μέρη να μπερδεύονται μεταξύ τους. Σβησμένες γραμμές, περιοχές χωρίς όνομα… Αλλά τελικά υπάρχει στεριά.. Το χαρτί είναι κιτρινισμένο από τα χρόνια που έχουν περάσει πάνω από τα χώματα της στεριάς. Σημαδεμένος με κηλίδες αίματος, με σημάδια από δάκρια, από τους ανθρώπους που πόνεσαν σε αυτούς τους τόπους. Τρύπιος κατά διαστήματα, καμένος. Μέρη που έχουν αφανιστεί και δεν είναι πια όπως παραμένουν σε κάποιες ανθρώπινες μνήμες. Ωραία ήταν η θάλασσα. Δεν μπορούσες να δεις εύκολα τα σημάδια που είχε. Μπορούσες να ‘κλείσεις’ τα βλέφαρά σου και να τα αγνοήσεις εύκολα. Στη γη όλα χαράσσονται, τη σημαδεύουν, τη λιώνουν, την αφανίζουν. Μπορεί να μην έχει μνήμη των συναισθημάτων ή των ψυχών όπως το νερό, αλλά έχει υλική μνήμη. Μπορεί να μην εγκλωβίζονται μέσα της οι ψυχές, αλλά μένουν στην επιφάνειά της τα ίχνη της ύλης, της ανθρώπινης πορείας ορατά, να χάσκουν σαν πληγές.
Η μέρα είναι πια λουσμένη με ένα γαλακτερό φως και με άστρα να διακρίνονται αμυδρά στον ημιφωτισμένο ουρανό. Ένα βιολογικό πρωί, ξυπνώντας ο επιβάτης δεν αντίκρισε τον ήλιο, διαπίστωσε πως δεν υπήρχαν- ή δε φαίνονατν τουλάχιστον- σπίθες στην ομίχλη. Μα όχι, εκεί είναι, απλώς το ξύπνημα ήταν απότομα και οι αισθήσεις του ακόμα υπολειτουργούν. Τι σε ξύπνησε επιβάτη; Το πλοίο τρίζει. Ταξίδεψε πολύ και εξάντλησε τα όρια αντοχής του. Νιώθεις πόνο επιβάτη σε κάθε αρμό του που χαλαρώνει. Βία από το κάθε κύμα που προσκρούει στο άψυχο πια κουφάρι του (σου). Νιώθεις την αλμύρα του να αλλοιώνει το χρώμα του και τη γυαλάδα του μετάλλου του. Νιώθεις την πίκρα από την σκουριά που αναπτύσσεται πάνω του. Την πίκρα από την καρδιά σου-επειδή το πλοίο σου διαλύεται- να αναμιγνύεται με την πίκρα στο στόμα σου –την πίκρα του αλλοιωμένου μετάλλου, ίδια στη γεύση με αίμα. Διαλύεται το σκαρί. Όχι σε συντρίμμια για να κρατηθείς από κάποιο. Αν και ποιος θέλει να αρπαχτεί από κάποιο συντρίμμι; Διαλύεται σαν να λιώνει, σαν ατμός, σαν καπνός.
Και από κάτω χάσκει η άβυσσος. Μαύρη, σκοτεινή, άγνωστη, τρομαχτική.. Και καθώς καταποντίζεται ο επιβάτης σε αυτή την άβυσσο ‘χέρια’, πλοκάμια, πτερύγια απλώνονται από τα τοιχώματα της. Αλλά η ταχύτητα του επιβάτη είναι μεγάλη, πέφτει χωρίς να προλαβαίνει να πιαστεί από κανέναν από όσους θέλουν να τον βοηθήσουν να μείνει εκεί, στην επιφάνεια. Και δεν υπάρχουν όντα να μπορούν να πετάξουν γύρω του. Να απλώσουν τις φτερούγες τους και με τα νύχια τους να τον πιάσουν και να τον ξαναβγάλουν στο φως.
Και ξαφνικά.. Ο πανικόβλητος απεγνωσμένος επιβάτης παίρνει τη μορφή που είχε πάντα, αλλά ήταν πολύ φοβισμένος για να τη δει. Πελώριες φτερούγες ανοίγουν διάπλατες. Και μέσα στον τρόμο της αβύσσου, το ένστικτο της επιβίωσης τον μαθαίνει σε κλάσματα δευτερολέπτων να τις χρησιμοποιεί. Αυτές που ήταν ξεχασμένες χρόνια, αχρηστεμένες, αγνοημένες ακόμα και από τον ίδιο. Και βγαίνει πετώντας από την άβυσσο και αντικρίζει γύρω του το τοπίο να αλλάζει με τρομαχτικούς ρυθμούς, με τους ρυθμούς του πετάγματός του. Από εκεί ψηλά βλέπει τη θάλασσα του να εξαπλώνεται παντού, με όρια διαβρωμένα, όπως του πλοίου του που ράγισε και εξαϋλώθηκε. Η θάλασσα χύνεται και ενσωματώνεται σε ολόκληρο τον κόσμο. Ακόμα και σε περιοχές μακρινές τις οποίες ο επιβάτης δε μπορεί να δει, έχει συνείδηση τι γίνεται. Συναισθάνεται την κάθε σταγόνα και το ταξίδι της, γιατί κάθε σταγόνα είναι τμήμα δικό του, μέλος του σώματός του.
Η θάλασσα τυλίγει τη γη, απορροφάται από το διψασμένο ξερό χώμα. Αραιώνεται από τα ποτάμια και τις λίμνες και δεν είναι πια γλυφή. Είναι γλυκεία σαν σούρουπο που πέφτει και σαν ανατολή. Είναι νερό που δίνει ζωή και δε μουδιάζει τα χείλη με την αλμύρα του. Τα δέντρα την απορροφούν και τη διοχετεύουν στα φύλλα τους, να χορεύει σε κάθε θρόισμα, στο ρυθμό του ανέμου. Εξατμίζεται από τον καυτό ήλιο και άνεμος πια ταξιδεύει παντού ταυτόχρονα χωρίς να χρειάζεται πορεία, ρότα –όπως είχε ανάγκη το πλοίο. Και ο επιβάτης, χωρίς καταφύγιο πια και χωρίς τη θάλασσά του μοναδικό του κόσμο, αλλά με μεγάλα λαμπερά πια φτερά μπορεί επιτέλους να ταξιδέψει ελεύθερος. Ελεύθερος και ασφαλής γιατί όλα εκεί κάτω έχουν μια σταγόνα από την ψυχή του. Είναι τμήμα του και είναι μέλος τους. Και μπορεί πια να τα αντικρίσει και να τα αγγίξει, να τα γευτεί όχι σαν επισκέπτης αλλά ως οικείος τους.
_________
Ημερολόγιο πλοίου
_________
Συγχωρέστε με σας παρακαλώ.
Ονειρευόμουν
και ξέχασα να ζήσω.
Ακόμα κι αν υπήρχατε
στη φανταστική μου ζωή,
δε θα μάθω ποτέ αν ήσασταν όντως εσείς.
Και μερικές φορές ξυπνούσα
μα δε σας αναγνώριζα
και σας παρατηρούσα με απορία.
Και ξένη από όλους
ξαναγύριζα στα όνειρά μου.
Μα έτσι έμαθα κάτι πολύτιμο.
Να θαυμάζω πια τα πάντα γύρω μου.
Τις λάμψεις στις δροσοστάλες
και τους ιριδισμούς στο δέρμα σας.
Το φως στα μάτια σας.
Τα συναισθήματα στους μυς του προσώπου σας.
Γιατί όλα ήταν καινούρια για μένα
όταν ξύπνησα και ταξίδεψα
το βλέμμα μου παντού
με απορία.
Για να μην είμαι πια ξένη.
Και έμαθα πως μπορώ
ακόμα να ονειρεύομαι,
μαζί σας.
Ξύπνησα μέσα σε ένα όνειρο
και πια σας αναγνώρισα.
____________
Και πετώντας αποφάσισε να εξερευνήσει και τους άλλους πλανήτες και να αναγνωρίσει πια τους γύρω του….
Δευτέρα 31 Αυγούστου 2009
Τρίτη 14 Ιουλίου 2009
Όταν ο Παράδεισος γίνεται Κόλαση, όπως ήταν πάντα..
O VOI che siete in piccioletta barca,
desiderois d' ascolar, seguiti
dietro al mio legno che cantando varca,
tornate a riveder li vostri liti:
non vi mettete in pelago, che, forse,
perdendo mi, rimarreste msarriti.
L' acqua ch' io prendo gia mai mon si corse;
Minerva spira, e conducemi Apollo,
e nove Muse mi dimostran l' Orse.
Dante's "Paradiso"
O YE who in little bark, eager to listen,
have followed behind my ship
that singing makes her way,
turn back to see your shores again;
do not put forth on the deep,
for, perhaps, losing me, you would be left bewildered.
The waters I take were never sailed before;
Minerva breathes, Apollo pilots me,
and the nine Muses show me the Bears.
Dante's "Paradise"
desiderois d' ascolar, seguiti
dietro al mio legno che cantando varca,
tornate a riveder li vostri liti:
non vi mettete in pelago, che, forse,
perdendo mi, rimarreste msarriti.
L' acqua ch' io prendo gia mai mon si corse;
Minerva spira, e conducemi Apollo,
e nove Muse mi dimostran l' Orse.
Dante's "Paradiso"
O YE who in little bark, eager to listen,
have followed behind my ship
that singing makes her way,
turn back to see your shores again;
do not put forth on the deep,
for, perhaps, losing me, you would be left bewildered.
The waters I take were never sailed before;
Minerva breathes, Apollo pilots me,
and the nine Muses show me the Bears.
Dante's "Paradise"
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
